αναβαθμός
•
- λόγιοσκαλοπάτι Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήκαθένα από τα σκαλοπάτια της κλίμακας που οδηγούσε πάνω σ’ έναν αρχαίο βωμό (ή ναό) Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήη κλιμακωτά τοποθετημένη σειρά καθισμάτων σε ένα αρχαίο θέατρο Βικιλεξικό
- χριστιανισμόςαντιφωνικό τροπάριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναβαθμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναβαθμός < ἀνά + βαθμός < βαίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναβαθμός | αναβαθμοί |
| Γενική | αναβαθμού | αναβαθμών |
| Αιτιατική | αναβαθμό | αναβαθμούς |
| Κλητική | αναβαθμέ | αναβαθμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →