βαθμός
•
- υποδιαίρεση μιας κλίμακας μέτρησης Βικιλεξικό
- η θερμοκρασία θα φτάσει σήμερα τους 20 βαθμούς Κελσίου
- θέση ιεραρχίας Βικιλεξικό
- η αριθμητική (συνήθως) αποτίμηση της σχολικής επίδοσης ενός μαθητή, σπουδαστή, φοιτητή Βικιλεξικό
- το μέτρο, η έκταση ενός φαινομένου Βικιλεξικό
- διάκριση σχέσης συγγένειας Βικιλεξικό
- γραμματικήτύπος επιθέτου που φανερώνει πόσο πολύ εκδηλώνεται η ιδιότητα του επιθέτου Βικιλεξικό
- ο θετικός βαθμός, ο συγκριτικός βαθμός, ο υπερθετικός βαθμός
- μαθηματικάχαρακτηρισμός εξίσωσης Βικιλεξικό
- εξίσωση πρώτου, δεύτερου βαθμού
- λογικήβλ. τάξη Βικιλεξικό
- βάσεις δεδομένωντο πλήθος των γνωρισμάτων (attributes) μιάς σχέσης στο σχεσιακό μοντέλο ή το πλήθος των στηλών ενός πίνακα (table) στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων Βικιλεξικό
- λέμε ότι δυο σχέσεις R(A1, A2, ..., An) και S(B1, B2, .., Bn) είναι συμβατές ως προς την ένωση (union compatible) αν έχουν τον ίδιο βαθμό n και επίσης dom(Ai)= dom(Bi) για 1 ≤ i ≤ n
Ετυμολογία
βαθμός < ελληνιστική κοινή βαθμός (βήμα) < βαίνω. Για τις σύγχρονες έννοιες, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική degré
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαθμός | βαθμοί |
| Γενική | βαθμού | βαθμών |
| Αιτιατική | βαθμό | βαθμούς |
| Κλητική | βαθμέ | βαθμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →