Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαθμός

/vaˈθmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. υποδιαίρεση μιας κλίμακας μέτρησης Βικιλεξικό
    • η θερμοκρασία θα φτάσει σήμερα τους 20 βαθμούς Κελσίου
  2. θέση ιεραρχίας Βικιλεξικό
  3. η αριθμητική (συνήθως) αποτίμηση της σχολικής επίδοσης ενός μαθητή, σπουδαστή, φοιτητή Βικιλεξικό
  4. το μέτρο, η έκταση ενός φαινομένου Βικιλεξικό
  5. διάκριση σχέσης συγγένειας Βικιλεξικό
  6. γραμματικήτύπος επιθέτου που φανερώνει πόσο πολύ εκδηλώνεται η ιδιότητα του επιθέτου Βικιλεξικό
    • ο θετικός βαθμός, ο συγκριτικός βαθμός, ο υπερθετικός βαθμός
  7. μαθηματικάχαρακτηρισμός εξίσωσης Βικιλεξικό
    • εξίσωση πρώτου, δεύτερου βαθμού
  8. λογικήβλ. τάξη Βικιλεξικό
  9. βάσεις δεδομένωντο πλήθος των γνωρισμάτων (attributes) μιάς σχέσης στο σχεσιακό μοντέλο ή το πλήθος των στηλών ενός πίνακα (table) στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων Βικιλεξικό
    • λέμε ότι δυο σχέσεις R(A1, A2, ..., An) και S(B1, B2, .., Bn) είναι συμβατές ως προς την ένωση (union compatible) αν έχουν τον ίδιο βαθμό n και επίσης dom(Ai)= dom(Bi) για 1 ≤ i ≤ n

Ετυμολογία

βαθμός < ελληνιστική κοινή βαθμός (βήμα) < βαίνω. Για τις σύγχρονες έννοιες, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική degré

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαθμόςβαθμοί
Γενικήβαθμούβαθμών
Αιτιατικήβαθμόβαθμούς
Κλητικήβαθμέβαθμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →