αναβαπτίζω
•
- κυριολεκτικάβαπτίζω ξανά, εκ νέου Βικιλεξικό
- μεταφορικάανανεώνω (σε πνευματικό επίπεδο), ανακαθαίρω, ανακαινίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναβαπτίζω < (ελληνιστική κοινή) (βουλιάζω) < ἀνά + βαπτίζω (βυθίζω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναβαπτίζω | αναβαπτίζεις | αναβαπτίζει | αναβαπτίζουμε | αναβαπτίζετε | αναβαπτίζουν / αναβαπτίζουνε |
| Παρατατικός | αναβάπτιζα | αναβάπτιζες | αναβάπτιζε | αναβαπτίζαμε | αναβαπτίζατε | αναβάπτιζαν / αναβαπτίζαν / αναβαπτίζανε |
| Αόριστος | αναβάπτισα | αναβάπτισες | αναβάπτισε | αναβαπτίσαμε | αναβαπτίσατε | αναβάπτισαν / αναβαπτίσαν / αναβαπτίσανε |
| Μέλλοντας | θα αναβαπτίζω / θα αναβαπτίσω | θα αναβαπτίζεις / θα αναβαπτίσεις | θα αναβαπτίζει / θα αναβαπτίσει | θα αναβαπτίζουμε / θα αναβαπτίσουμε | θα αναβαπτίζετε / θα αναβαπτίσετε | θα αναβαπτίζουν / θα αναβαπτίζουνε / θα αναβαπτίσουν / θα αναβαπτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναβαπτίσει | έχεις αναβαπτίσει | έχει αναβαπτίσει | έχουμε αναβαπτίσει | έχετε αναβαπτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναβαπτίσει | είχες αναβαπτίσει | είχε αναβαπτίσει | είχαμε αναβαπτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναβαπτίσει / να αναβαπτίζω / να αναβαπτίσω | να έχεις αναβαπτίσει / να αναβαπτίζεις / να αναβαπτίσεις | να έχει αναβαπτίσει / να αναβαπτίζει / να αναβαπτίσει | να έχουμε αναβαπτίσει / να αναβαπτίζουμε / να αναβαπτίσουμε | να έχετε αναβαπτίσει / να αναβαπτίζετε / να αναβαπτίσετε | να αναβαπτίζουν / να αναβαπτίζουνε / να αναβαπτίσουν / να αναβαπτίσουνε |
| Προστακτική | — | αναβάπτιζε / αναβάπτισε | — | — | αναβαπτίζετε / αναβαπτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →