Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαπτίζω

/vaˈpti.zo/ρήμα
•
  1. παρωχημένοβυθίζω σε νερό Βικιλεξικό
    • (καθαρεύουσα) Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπὼν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Το χριστόψωμο)

Ετυμολογία

βαπτίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βαπτίζω, λόγια επίδραση στο κληρονομημένο βαφτίζω με τροπή [ft] > [pt]

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβαπτίζωβαπτίζειςβαπτίζειβαπτίζουμεβαπτίζετεβαπτίζουν / βαπτίζουνε
Παρατατικόςβάπτιζαβάπτιζεςβάπτιζεβαπτίζαμεβαπτίζατεβάπτιζαν / βαπτίζαν / βαπτίζανε
Αόριστοςβάπτισαβάπτισεςβάπτισεβαπτίσαμεβαπτίσατεβάπτισαν / βαπτίσαν / βαπτίσανε
Μέλλονταςθα βαπτίζω / θα βαπτίσωθα βαπτίζεις / θα βαπτίσειςθα βαπτίζει / θα βαπτίσειθα βαπτίζουμε / θα βαπτίσουμεθα βαπτίζετε / θα βαπτίσετεθα βαπτίζουν / θα βαπτίζουνε / θα βαπτίσουν / θα βαπτίσουνε
Παρακείμενοςέχω βαπτίσειέχεις βαπτίσειέχει βαπτίσειέχουμε βαπτίσειέχετε βαπτίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα βαπτίσειείχες βαπτίσειείχε βαπτίσειείχαμε βαπτίσει——
Υποτακτικήνα έχω βαπτίσει / να βαπτίζω / να βαπτίσωνα έχεις βαπτίσει / να βαπτίζεις / να βαπτίσειςνα έχει βαπτίσει / να βαπτίζει / να βαπτίσεινα έχουμε βαπτίσει / να βαπτίζουμε / να βαπτίσουμενα έχετε βαπτίσει / να βαπτίζετε / να βαπτίσετενα βαπτίζουν / να βαπτίζουνε / να βαπτίσουν / να βαπτίσουνε
Προστακτική—βάπτιζε / βάπτισε——βαπτίζετε / βαπτίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →