Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναβιβάζω

/a.na.viˈva.zo/ρήμα
•
  1. λόγιοανεβάζω κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
    • Το οικονομικοπολιτικό μόρφωμα της Ε.Ε. αποτελεί πεδίο διακύβευσης και συσχετισμών, στο οποίο αναβιβάζονται οι πολιτικές και ταξικές σχέσεις που αποκρυσταλλώνονται στα εθνικά κράτη.
  2. γραμματικήμεταθέτω σε προηγούμενη συλλαβή Βικιλεξικό
    • Κάθε μονοσύλλαβη λέξη, όταν συντίθεται με άλλη αναβιβάζει τον τόνο π.χ. χθών → αὐτόχθων.
  3. πολιτικήμετακινώ κάποιον σε ιεραρχικά ανώτερη θέση Βικιλεξικό
    • Τον αναβίβασαν στην εξουσία επειδή εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους.

Ετυμολογία

αναβιβάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναβιβάζω. Συγχρονικά αναλύεται σε ανα- + βιβάζω.

Άλλοι τύποι

αναβιβάζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →