καταβιβάζω
•
- αρχαιοπρεπέςκατεβάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταβιβάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταβιβάζω. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + βιβάζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταβιβάζω | καταβιβάζεις | καταβιβάζει | καταβιβάζουμε | καταβιβάζετε | καταβιβάζουν / καταβιβάζουνε |
| Παρατατικός | καταβίβαζα | καταβίβαζες | καταβίβαζε | καταβιβάζαμε | καταβιβάζατε | καταβίβαζαν / καταβιβάζαν / καταβιβάζανε |
| Αόριστος | καταβίβασα | καταβίβασες | καταβίβασε | καταβιβάσαμε | καταβιβάσατε | καταβίβασαν / καταβιβάσαν / καταβιβάσανε |
| Μέλλοντας | θα καταβιβάζω / θα καταβιβάσω | θα καταβιβάζεις / θα καταβιβάσεις | θα καταβιβάζει / θα καταβιβάσει | θα καταβιβάζουμε / θα καταβιβάσουμε | θα καταβιβάζετε / θα καταβιβάσετε | θα καταβιβάζουν / θα καταβιβάζουνε / θα καταβιβάσουν / θα καταβιβάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταβιβάσει | έχεις καταβιβάσει | έχει καταβιβάσει | έχουμε καταβιβάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταβιβάσει | είχες καταβιβάσει | είχε καταβιβάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταβιβάσει / να καταβιβάζω / να καταβιβάσω | να έχεις καταβιβάσει / να καταβιβάζεις / να καταβιβάσεις | να έχει καταβιβάσει / να καταβιβάζει / να καταβιβάσει | να έχουμε καταβιβάσει / να καταβιβάζουμε / να καταβιβάσουμε | να καταβιβάζετε / να καταβιβάσετε | να καταβιβάζουν / να καταβιβάζουνε / να καταβιβάσουν / να καταβιβάσουνε |
| Προστακτική | — | καταβίβαζε / καταβίβασε | — | — | καταβιβάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καταβιβάστηκακαταβιβάζομαικαταβιβάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →