Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναβιβασμός

/a.na.vi.vaˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λόγιοανέβασμα Βικιλεξικό
  2. λόγιοάνοδος Βικιλεξικό
  3. λόγιοαναβίβαση Βικιλεξικό
  4. γραμματικήτο ανέβασμα, η μετακίνηση του τόνου μιας λέξης σε κάποια από τις προηγούμενες συλλαβές Βικιλεξικό
    • αναβιβασμός του τόνου λόγω σύνθεσης π.χ. ἐνυπόστατος < ὑποστατός
    • αναβιβασμός του τόνου στον αόριστο για έκφραση του παρελθόντος π.χ. καληνυχτίζω, καληνύχτισα.

Ετυμολογία

αναβιβασμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀναβιβασμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναβιβασμόςαναβιβασμοί
Γενικήαναβιβασμούαναβιβασμών
Αιτιατικήαναβιβασμόαναβιβασμούς
Κλητικήαναβιβασμέαναβιβασμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →