αναβιβασμός
•
- λόγιοανέβασμα Βικιλεξικό
- λόγιοάνοδος Βικιλεξικό
- λόγιοαναβίβαση Βικιλεξικό
- γραμματικήτο ανέβασμα, η μετακίνηση του τόνου μιας λέξης σε κάποια από τις προηγούμενες συλλαβές Βικιλεξικό
- αναβιβασμός του τόνου λόγω σύνθεσης π.χ. ἐνυπόστατος < ὑποστατός
- αναβιβασμός του τόνου στον αόριστο για έκφραση του παρελθόντος π.χ. καληνυχτίζω, καληνύχτισα.
Ετυμολογία
αναβιβασμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀναβιβασμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναβιβασμός | αναβιβασμοί |
| Γενική | αναβιβασμού | αναβιβασμών |
| Αιτιατική | αναβιβασμό | αναβιβασμούς |
| Κλητική | αναβιβασμέ | αναβιβασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →