αναγέννηση
•
- η νέα γέννηση ή η εκ νέου δημιουργία Βικιλεξικό
- περίοδος ανάκαμψης και αναμόρφωσης, μετά από περίοδο παρακμής Βικιλεξικό
- ειδικότεραγια την ευρωπαϊκή ιστορία Βικιλεξικό
- βιολογίααναπλήρωση τμημάτων οργανισμού που έχουν ακρωτηριαστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναγέννηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀναγέννη(σις) + -ση. Συγχρονικά αναλύεται σε ανα- + γέννηση. : για τη βιολογία < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική rebirth
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναγέννηση | αναγεννήσεις |
| Γενική | αναγέννησης | αναγεννήσεων |
| Αιτιατική | αναγέννηση | αναγεννήσεις |
| Κλητική | αναγέννηση | αναγεννήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →