αναγεννώ
•
- κάνω κάτι να εμφανιστεί ξανά ακμαίο και σαν καινούργιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναγεννώ < (ελληνιστική κοινή) / ἀναγεννῶ < αρχαία ελληνική γεννάω / γεννῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναγεννάω / αναγεννώ | αναγεννάς | αναγεννά / αναγεννάει | αναγεννάμε / αναγεννούμε | αναγεννάτε | αναγεννάν / αναγεννάνε / αναγεννούν / αναγεννούνε |
| Παρατατικός | αναγεννούσα | αναγεννούσες | αναγεννούσε | αναγεννούσαμε | αναγεννούσατε | αναγεννούσαν / αναγεννούσανε |
| Αόριστος | αναγέννησα | αναγέννησες | αναγέννησε | αναγεννήσαμε | αναγεννήσατε | αναγέννησαν / αναγεννήσαν / αναγεννήσανε |
| Μέλλοντας | θα αναγεννάω / θα αναγεννήσω / θα αναγεννώ | θα αναγεννάς / θα αναγεννήσεις | θα αναγεννά / θα αναγεννάει / θα αναγεννήσει | θα αναγεννάμε / θα αναγεννήσουμε / θα αναγεννούμε | θα αναγεννάτε / θα αναγεννήσετε | θα αναγεννάν / θα αναγεννάνε / θα αναγεννήσουν / θα αναγεννήσουνε / θα αναγεννούν / θα αναγεννούνε |
| Παρακείμενος | έχω αναγεννήσει | έχεις αναγεννήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναγεννήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναγεννήσει / να αναγεννάω / να αναγεννήσω / να αναγεννώ | να έχεις αναγεννήσει / να αναγεννάς / να αναγεννήσεις | να αναγεννά / να αναγεννάει / να αναγεννήσει | να αναγεννάμε / να αναγεννήσουμε / να αναγεννούμε | να αναγεννάτε / να αναγεννήσετε | να αναγεννάν / να αναγεννάνε / να αναγεννήσουν / να αναγεννήσουνε / να αναγεννούν / να αναγεννούνε |
| Προστακτική | — | αναγέννα / αναγένναγε / αναγέννησε | — | — | αναγεννάτε / αναγεννήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →