αναγκαιότητα
•
- η ιδιότητα του αναγκαίου· αναφέρεται ως επί το πλείστον σε κάτι που το επιβάλλουν οι συνθήκες αλλά και η [[λογικ], η ηθική ή η δεοντολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναγκαιότητα < αναγκαίος + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναγκαιότητα | αναγκαιότητες |
| Γενική | αναγκαιότητας | αναγκαιοτήτων |
| Αιτιατική | αναγκαιότητα | αναγκαιότητες |
| Κλητική | αναγκαιότητα | αναγκαιότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →