ανάγκη
•
- ό,τι μας επιβάλλεται, χωρίς να μπορούμε να το αποφύγουμε Βικιλεξικό
- Αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες και έχει να καλύψει έντονες βιοποριστικές ανάγκες.
- Καλό είναι να τα μάθει από σένα πρώτα. Έπειτα είναι ανάγκη να τον απομακρύνομε από δω τώρα, αν μαγειρεύεται καμιά προδοσία. (Πηνελόπη Δέλτα, Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Κεφάλαιο ΙΕ, 1911)
- κατ’ επέκτασηδυσάρεστη κατάσταση Βικιλεξικό
- μεταφορικάη αφόδευση ή η ούρηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάγκη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνάγκη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάγκη | ανάγκες |
| Γενική | ανάγκης | αναγκών |
| Αιτιατική | ανάγκη | ανάγκες |
| Κλητική | ανάγκη | ανάγκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →