Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάγκη

/aˈnaŋ.ɟi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ό,τι μας επιβάλλεται, χωρίς να μπορούμε να το αποφύγουμε Βικιλεξικό
    • Αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες και έχει να καλύψει έντονες βιοποριστικές ανάγκες.
    • Καλό είναι να τα μάθει από σένα πρώτα. Έπειτα είναι ανάγκη να τον απομακρύνομε από δω τώρα, αν μαγειρεύεται καμιά προδοσία. (Πηνελόπη Δέλτα, Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Κεφάλαιο ΙΕ, 1911)
  2. κατ’ επέκτασηδυσάρεστη κατάσταση Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη αφόδευση ή η ούρηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάγκη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνάγκη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανάγκηανάγκες
Γενικήανάγκηςαναγκών
Αιτιατικήανάγκηανάγκες
Κλητικήανάγκηανάγκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →