Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναγνώστης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που διαβάζει ένα κείμενο Βικιλεξικό
    • Δεν νομίζω ότι υπάρχει συγγραφέας που δεν αντιλαμβάνεται αυτή την πρόκληση επαναγραφής σαν βάλσαμο στην ανασφάλειά του και σαν απόδειξη του ότι τα βιβλία είναι ζωντανά πλάσματα που εξελίσσονται και αποζητούν τη φροντίδα των αναγνωστών, των εκδοτών, των συγγραφέων τους.
    • Έχω την τιμή και τη χαρά να ενημερώσω τους αναγνώστες σου ότι την περασμένη εβδομάδα εκδόθηκα για τρίτη φορά στη ζωή μου. H πρώτη ήταν στα 1995 με το βιβλίο μου.. (Και τώρα εκδίδομαι, 08/12/2004, Athens Voice https://www.athensvoice.gr/politics/114233_kai-tora-ekdidomai
  2. θρησκείααυτόνομο αξίωμα κατωτέρου κληρικού, ο οποίος που διαβάζει τα ιερά κείμενα κατά τη διάρκεια εκκλησιαστικής ακολουθίας, κατόπιν χειροθεσίας (ειδικής ευχής) του επισκόπου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναγνώστης < ελληνιστική κοινή ἀναγνώστης < αρχαία ελληνική γιγνώσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵneh₃-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναγνώστηςαναγνώστες
Γενικήαναγνώστηαναγνωστών
Αιτιατικήαναγνώστηαναγνώστες
Κλητικήαναγνώστηαναγνώστες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →