γνωρίζω
•
- ξέρω Βικιλεξικό
- Μήπως γνωρίζεις ένα σύντομο τρόπο για να φτάσω στο αεροδρόμιο;
- συστήνω, παρουσιάζω έναν άνθρωπο σε κάποιον άλλο για πρώτη φορά Βικιλεξικό
- Να σας γνωρίσω τη φίλη μου.
- συναντώ κάποιον για πρώτη φορά Βικιλεξικό
- Γνώρισα τη φίλη του.
- αναγνωρίζω Βικιλεξικό
- Γνώρισες τη φωνή μου;
- Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψι / τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή, σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψι / ποὺ μὲ βία μετράει τὴν γῆ. (Διονύσιος Σολωμός, Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν (1823), 1η στροφή)
Ετυμολογία
γνωρίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γνωρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γνωρίζω | γνωρίζεις | γνωρίζει | γνωρίζουμε | γνωρίζετε | γνωρίζουν / γνωρίζουνε |
| Παρατατικός | γνώριζα | γνώριζες | γνώριζε | γνωρίζαμε | γνωρίζατε | γνωρίζαν / γνωρίζανε / γνώριζαν |
| Αόριστος | γνώρισα | γνώρισες | γνώρισε | γνωρίσαμε | γνωρίσατε | γνωρίσαν / γνωρίσανε / γνώρισαν |
| Μέλλοντας | θα γνωρίζω / θα γνωρίσω | θα γνωρίζεις / θα γνωρίσεις | θα γνωρίζει / θα γνωρίσει | θα γνωρίζουμε / θα γνωρίσουμε | θα γνωρίζετε / θα γνωρίσετε | θα γνωρίζουν / θα γνωρίζουνε / θα γνωρίσουν / θα γνωρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γνωρίσει | έχεις γνωρίσει | έχει γνωρίσει | έχουμε γνωρίσει | έχετε γνωρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γνωρίσει | είχες γνωρίσει | είχε γνωρίσει | είχαμε γνωρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γνωρίσει / να γνωρίζω / να γνωρίσω | να έχεις γνωρίσει / να γνωρίζεις / να γνωρίσεις | να έχει γνωρίσει / να γνωρίζει / να γνωρίσει | να έχουμε γνωρίσει / να γνωρίζουμε / να γνωρίσουμε | να έχετε γνωρίσει / να γνωρίζετε / να γνωρίσετε | να γνωρίζουν / να γνωρίζουνε / να γνωρίσουν / να γνωρίσουνε |
| Προστακτική | — | γνώριζε / γνώρισε | — | — | γνωρίζετε / γνωρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →