αναγούλα
•
- τάση για εμετό Βικιλεξικό
- όταν είδε την ψόφια γάτα, της ήρθε αναγούλα και έφυγε τρέχοντας
- απέχθεια για κάτι που δεν εγκρίνεις και σου προκαλεί αηδία Βικιλεξικό
- η συμπεριφορά του είναι τόσο γλοιώδης που μου προκαλεί αναγούλα
Ετυμολογία
αναγούλα < αναγουλιάζω + -α (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναγούλα | αναγούλες |
| Γενική | αναγούλας | — |
| Αιτιατική | αναγούλα | αναγούλες |
| Κλητική | αναγούλα | αναγούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →