Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναγουλιάζω

ρήμα
•
  1. μου έρχεται αναγούλα Βικιλεξικό
  2. αηδιάζω (ηθικά) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναγουλιάζω < ανα- + μεσαιωνική ελληνική γούλα + -ιάζω < λατινική gula (λαιμός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷel- (λαιμός)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναγουλιάζωαναγουλιάζειςαναγουλιάζειαναγουλιάζουμεαναγουλιάζετεαναγουλιάζουν / αναγουλιάζουνε
Παρατατικόςαναγούλιαζααναγούλιαζεςαναγούλιαζεαναγουλιάζαμεαναγουλιάζατεαναγουλιάζαν / αναγουλιάζανε / αναγούλιαζαν
Αόριστοςαναγούλιασααναγούλιασεςαναγούλιασεαναγουλιάσαμεαναγουλιάσατεαναγουλιάσαν / αναγουλιάσανε / αναγούλιασαν
Μέλλονταςθα αναγουλιάζω / θα αναγουλιάσωθα αναγουλιάζεις / θα αναγουλιάσειςθα αναγουλιάζει / θα αναγουλιάσειθα αναγουλιάζουμε / θα αναγουλιάσουμεθα αναγουλιάζετε / θα αναγουλιάσετεθα αναγουλιάζουν / θα αναγουλιάζουνε / θα αναγουλιάσουν / θα αναγουλιάσουνε
Παρακείμενοςέχω αναγουλιάσειέχεις αναγουλιάσειέχει αναγουλιάσειέχουμε αναγουλιάσειέχετε αναγουλιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αναγουλιάσειείχες αναγουλιάσειείχε αναγουλιάσειείχαμε αναγουλιάσει——
Υποτακτικήνα έχω αναγουλιάσει / να αναγουλιάζω / να αναγουλιάσωνα έχεις αναγουλιάσει / να αναγουλιάζεις / να αναγουλιάσειςνα έχει αναγουλιάσει / να αναγουλιάζει / να αναγουλιάσεινα έχουμε αναγουλιάσει / να αναγουλιάζουμε / να αναγουλιάσουμενα έχετε αναγουλιάσει / να αναγουλιάζετε / να αναγουλιάσετενα αναγουλιάζουν / να αναγουλιάζουνε / να αναγουλιάσουν / να αναγουλιάσουνε
Προστακτική—αναγούλιαζε / αναγούλιασε——αναγουλιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αναγουλιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →