αναγωγή
•
- η αναφορά σε κάτι παλαιότερο που το γνωρίζουμε ή μάς είναι οικείο Βικιλεξικό
- μαθηματικάη απλοποίηση ενός κλάσματος και η μετατροπή του σε κάτι άλλο ισοδύναμο Βικιλεξικό
- ιατρικήη ακούσια επιστροφή άπεπτης τροφής ή υγρών προς το στόμα Βικιλεξικό
- χημείαη διαδικασία ή χημική αντίδραση κατά την οποία ένα στοιχείο ή μία χημική ένωση προσλαμβάνει ηλεκτρόνια (στις οργανικές ενώσεις του άνθρακα, όταν προστίθεται υδρογόνο ή αφαιρείται οξυγόνο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναγωγή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναγωγή < ἀνάγω < ἄγω : για τους επιστημονικούς όρους < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική réduction
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναγωγή | αναγωγές |
| Γενική | αναγωγής | αναγωγών |
| Αιτιατική | αναγωγή | αναγωγές |
| Κλητική | αναγωγή | αναγωγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →