αναδημιουργικός
•
- που αναδημιουργεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναδημιουργικός < αναδημιουργία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναδημιουργικός | αναδημιουργική | αναδημιουργικό |
| Γενική | αναδημιουργικού | αναδημιουργικής | αναδημιουργικού |
| Αιτιατική | αναδημιουργικό | αναδημιουργική | αναδημιουργικό |
| Κλητική | αναδημιουργικέ | αναδημιουργική | αναδημιουργικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναδημιουργικοί | αναδημιουργικές | αναδημιουργικά |
| Γενική | αναδημιουργικών | αναδημιουργικών | αναδημιουργικών |
| Αιτιατική | αναδημιουργικούς | αναδημιουργικές | αναδημιουργικά |
| Κλητική | αναδημιουργικοί | αναδημιουργικές | αναδημιουργικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →