Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναδημιουργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναδημιουργεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναδημιουργικός < αναδημιουργία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναδημιουργικόςαναδημιουργικήαναδημιουργικό
Γενικήαναδημιουργικούαναδημιουργικήςαναδημιουργικού
Αιτιατικήαναδημιουργικόαναδημιουργικήαναδημιουργικό
Κλητικήαναδημιουργικέαναδημιουργικήαναδημιουργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναδημιουργικοίαναδημιουργικέςαναδημιουργικά
Γενικήαναδημιουργικώναναδημιουργικώναναδημιουργικών
Αιτιατικήαναδημιουργικούςαναδημιουργικέςαναδημιουργικά
Κλητικήαναδημιουργικοίαναδημιουργικέςαναδημιουργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →