έργο
•
- αυτό που παράγει ένας άνθρωπος με την εργασία του, χειρωνακτική ή διανοητική, επιστημονική ή καλλιτεχνική Βικιλεξικό
- Άφησε σπουδαίο έργο στο χώρο της αστροφυσικής.
- Ο ζωγράφος θα εκθέσει τα έργα του στη γκαλερί...
- κινηματογραφική ταινία Βικιλεξικό
- εργασία που συνήθως γίνεται σε πολλά ενδιάμεσα στάδια και έχει κάποιο συγκεκριμένο τέλος και σκοπό Βικιλεξικό
- μεγαλεπήβολο έργο
- Το έργο αυτό θα βοηθήσει στην ανάπτυξη της περιοχής.
- Στο Τμήμα Υδροοικονομίας υπάγονται οι αρμοδιότητες, που αφορούν κυρίως στην προστασία και τη διαχείριση υδάτων, όπως οι κατωτέρω: .. γ) Η έκδοση αποφάσεων του περιφερειάρχη για την επιβολή περιορισμών ή άλλων μέτρων για τη χρήση υδάτων και την εκτέλεση έργων αξιοποίησής τους. (Χρίστος Λαδιάς, Το σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο της περιφερειακής ανάπτυξης στην Ελλάδα, εκδ. Παπαζήση, 2023, σελ. 71)
- φυσικήη ενέργεια που μεταφέρεται από το ένα σώμα ή πεδίο σε ένα άλλο μέσω της άσκησης δύναμης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έργο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔργον & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική oeuvre, ouvrage, travail
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έργο | έργα |
| Γενική | έργου | έργων |
| Αιτιατική | έργο | έργα |
| Κλητική | έργο | έργα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →