Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έργο

/ˈeɾ.ɣo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αυτό που παράγει ένας άνθρωπος με την εργασία του, χειρωνακτική ή διανοητική, επιστημονική ή καλλιτεχνική Βικιλεξικό
    • Άφησε σπουδαίο έργο στο χώρο της αστροφυσικής.
    • Ο ζωγράφος θα εκθέσει τα έργα του στη γκαλερί...
  2. κινηματογραφική ταινία Βικιλεξικό
  3. εργασία που συνήθως γίνεται σε πολλά ενδιάμεσα στάδια και έχει κάποιο συγκεκριμένο τέλος και σκοπό Βικιλεξικό
    • μεγαλεπήβολο έργο
    • Το έργο αυτό θα βοηθήσει στην ανάπτυξη της περιοχής.
    • Στο Τμήμα Υδροοικονομίας υπάγονται οι αρμοδιότητες, που αφορούν κυρίως στην προστασία και τη διαχείριση υδάτων, όπως οι κατωτέρω: .. γ) Η έκδοση αποφάσεων του περιφερειάρχη για την επιβολή περιορισμών ή άλλων μέτρων για τη χρήση υδάτων και την εκτέλεση έργων αξιοποίησής τους. (Χρίστος Λαδιάς, Το σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο της περιφερειακής ανάπτυξης στην Ελλάδα, εκδ. Παπαζήση, 2023, σελ. 71)
  4. φυσικήη ενέργεια που μεταφέρεται από το ένα σώμα ή πεδίο σε ένα άλλο μέσω της άσκησης δύναμης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έργο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔργον & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική oeuvre, ouvrage, travail

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέργοέργα
Γενικήέργουέργων
Αιτιατικήέργοέργα
Κλητικήέργοέργα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →