αναδημοσίευση
•
- η εκ νέου δημοσίευση, συνήθως με νεώτερα στοιχεία ή/και σύνθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναδημοσίευση < αναδημοσιεύω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναδημοσίευση | αναδημοσιεύσεις |
| Γενική | αναδημοσίευσης | αναδημοσιεύσεων |
| Αιτιατική | αναδημοσίευση | αναδημοσιεύσεις |
| Κλητική | αναδημοσίευση | αναδημοσιεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →