Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναδημοσίευση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εκ νέου δημοσίευση, συνήθως με νεώτερα στοιχεία ή/και σύνθεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναδημοσίευση < αναδημοσιεύω + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναδημοσίευσηαναδημοσιεύσεις
Γενικήαναδημοσίευσηςαναδημοσιεύσεων
Αιτιατικήαναδημοσίευσηαναδημοσιεύσεις
Κλητικήαναδημοσίευσηαναδημοσιεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →