αναδημοσιεύω
•
- δημοσιεύω ξανά, συνήθως προσθέτοντας νέα στοιχεία ή/και αλλάζοντας τη σύνθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναδημοσιεύω < ανα- + δημοσιεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναδημοσιεύω | αναδημοσιεύεις | αναδημοσιεύει | αναδημοσιεύουμε | αναδημοσιεύετε | αναδημοσιεύουν / αναδημοσιεύουνε |
| Παρατατικός | αναδημοσίευα | αναδημοσίευες | αναδημοσίευε | αναδημοσιεύαμε | αναδημοσιεύατε | αναδημοσίευαν / αναδημοσιεύαν / αναδημοσιεύανε |
| Αόριστος | αναδημοσίευσα | αναδημοσίευσες | αναδημοσίευσε | αναδημοσιεύσαμε | αναδημοσιεύσατε | αναδημοσίευσαν / αναδημοσιεύσαν / αναδημοσιεύσανε |
| Μέλλοντας | θα αναδημοσιεύσω / θα αναδημοσιεύω | θα αναδημοσιεύεις / θα αναδημοσιεύσεις | θα αναδημοσιεύει / θα αναδημοσιεύσει | θα αναδημοσιεύουμε / θα αναδημοσιεύσουμε | θα αναδημοσιεύετε / θα αναδημοσιεύσετε | θα αναδημοσιεύουν / θα αναδημοσιεύουνε / θα αναδημοσιεύσουν / θα αναδημοσιεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναδημοσιεύσει | έχεις αναδημοσιεύσει | έχει αναδημοσιεύσει | έχουμε αναδημοσιεύσει | έχετε αναδημοσιεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναδημοσιεύσει | είχες αναδημοσιεύσει | είχε αναδημοσιεύσει | είχαμε αναδημοσιεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναδημοσιεύσει / να αναδημοσιεύσω / να αναδημοσιεύω | να έχεις αναδημοσιεύσει / να αναδημοσιεύεις / να αναδημοσιεύσεις | να έχει αναδημοσιεύσει / να αναδημοσιεύει / να αναδημοσιεύσει | να έχουμε αναδημοσιεύσει / να αναδημοσιεύουμε / να αναδημοσιεύσουμε | να έχετε αναδημοσιεύσει / να αναδημοσιεύετε / να αναδημοσιεύσετε | να αναδημοσιεύουν / να αναδημοσιεύουνε / να αναδημοσιεύσουν / να αναδημοσιεύσουνε |
| Προστακτική | — | αναδημοσίευε / αναδημοσίευσε | — | — | αναδημοσιεύετε / αναδημοσιεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →