αναδημοσιευμένος
•
- που έχει δημοσιευτεί εκ νέου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναδημοσιευμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου αναδημοσιεύω
Άλλοι τύποι
αναδημοσιευμένααναδημοσιευμένεαναδημοσιευμένεςαναδημοσιευμένηαναδημοσιευμένηςαναδημοσιευμένοαναδημοσιευμένοιαναδημοσιευμένοςαναδημοσιευμένουαναδημοσιευμένουςαναδημοσιευμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →