αναδιάρθρωση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού αναδιαρθρώνω Βικιλεξικό
- Η αναδιάρθρωση του χρέους είναι επιτακτική ανάγκη για να επανέλθει η δυναμική μιας οικονομίας που έχει βυθιστεί στα χρέη. (* εφημερίδα enet.gr)
Ετυμολογία
αναδιάρθρωση < αναδιαρθρώ(νω) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναδιάρθρωση | αναδιαρθρώσεις |
| Γενική | αναδιάρθρωσης | αναδιαρθρώσεων |
| Αιτιατική | αναδιάρθρωση | αναδιαρθρώσεις |
| Κλητική | αναδιάρθρωση | αναδιαρθρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →