Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναδιάρθρωση

/a.na.ðiˈaɾ.θɾo.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού αναδιαρθρώνω Βικιλεξικό
    • Η αναδιάρθρωση του χρέους είναι επιτακτική ανάγκη για να επανέλθει η δυναμική μιας οικονομίας που έχει βυθιστεί στα χρέη. (* εφημερίδα enet.gr)

Ετυμολογία

αναδιάρθρωση < αναδιαρθρώ(νω) + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναδιάρθρωσηαναδιαρθρώσεις
Γενικήαναδιάρθρωσηςαναδιαρθρώσεων
Αιτιατικήαναδιάρθρωσηαναδιαρθρώσεις
Κλητικήαναδιάρθρωσηαναδιαρθρώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →