Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναδιαρθρώνω

/a.na.ði.aɾˈθɾo.no/ρήμα
•
  1. διαρθρώνω ξανά, απ' την αρχή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναδιαρθρώνω < ανα- + διαρθρώνω < αρχαία ελληνική διαρθρόω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναδιαρθρώνωαναδιαρθρώνειςαναδιαρθρώνειαναδιαρθρώνουμεαναδιαρθρώνετεαναδιαρθρώνουν / αναδιαρθρώνουνε
Παρατατικόςαναδιάρθρωνααναδιάρθρωνεςαναδιάρθρωνεαναδιαρθρώναμεαναδιαρθρώνατεαναδιάρθρωναν / αναδιαρθρώναν / αναδιαρθρώνανε
Αόριστοςαναδιάρθρωσααναδιάρθρωσεςαναδιάρθρωσεαναδιαρθρώσαμεαναδιαρθρώσατεαναδιάρθρωσαν / αναδιαρθρώσαν / αναδιαρθρώσανε
Μέλλονταςθα αναδιαρθρώνω / θα αναδιαρθρώσωθα αναδιαρθρώνεις / θα αναδιαρθρώσειςθα αναδιαρθρώνει / θα αναδιαρθρώσειθα αναδιαρθρώνουμε / θα αναδιαρθρώσουμεθα αναδιαρθρώνετε / θα αναδιαρθρώσετεθα αναδιαρθρώνουν / θα αναδιαρθρώνουνε / θα αναδιαρθρώσουν / θα αναδιαρθρώσουνε
Παρακείμενοςέχω αναδιαρθρώσειέχεις αναδιαρθρώσειέχει αναδιαρθρώσειέχουμε αναδιαρθρώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αναδιαρθρώσειείχες αναδιαρθρώσειείχε αναδιαρθρώσει———
Υποτακτικήνα έχω αναδιαρθρώσει / να αναδιαρθρώνω / να αναδιαρθρώσωνα έχεις αναδιαρθρώσει / να αναδιαρθρώνεις / να αναδιαρθρώσειςνα έχει αναδιαρθρώσει / να αναδιαρθρώνει / να αναδιαρθρώσεινα έχουμε αναδιαρθρώσει / να αναδιαρθρώνουμε / να αναδιαρθρώσουμενα αναδιαρθρώνετε / να αναδιαρθρώσετενα αναδιαρθρώνουν / να αναδιαρθρώνουνε / να αναδιαρθρώσουν / να αναδιαρθρώσουνε
Προστακτική—αναδιάρθρωνε / αναδιάρθρωσε——αναδιαρθρώνετε / αναδιαρθρώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αναδιαρθρώθηκααναδιαρθρώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →