αναδιαρθρώνω
•
- διαρθρώνω ξανά, απ' την αρχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναδιαρθρώνω < ανα- + διαρθρώνω < αρχαία ελληνική διαρθρόω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναδιαρθρώνω | αναδιαρθρώνεις | αναδιαρθρώνει | αναδιαρθρώνουμε | αναδιαρθρώνετε | αναδιαρθρώνουν / αναδιαρθρώνουνε |
| Παρατατικός | αναδιάρθρωνα | αναδιάρθρωνες | αναδιάρθρωνε | αναδιαρθρώναμε | αναδιαρθρώνατε | αναδιάρθρωναν / αναδιαρθρώναν / αναδιαρθρώνανε |
| Αόριστος | αναδιάρθρωσα | αναδιάρθρωσες | αναδιάρθρωσε | αναδιαρθρώσαμε | αναδιαρθρώσατε | αναδιάρθρωσαν / αναδιαρθρώσαν / αναδιαρθρώσανε |
| Μέλλοντας | θα αναδιαρθρώνω / θα αναδιαρθρώσω | θα αναδιαρθρώνεις / θα αναδιαρθρώσεις | θα αναδιαρθρώνει / θα αναδιαρθρώσει | θα αναδιαρθρώνουμε / θα αναδιαρθρώσουμε | θα αναδιαρθρώνετε / θα αναδιαρθρώσετε | θα αναδιαρθρώνουν / θα αναδιαρθρώνουνε / θα αναδιαρθρώσουν / θα αναδιαρθρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναδιαρθρώσει | έχεις αναδιαρθρώσει | έχει αναδιαρθρώσει | έχουμε αναδιαρθρώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναδιαρθρώσει | είχες αναδιαρθρώσει | είχε αναδιαρθρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναδιαρθρώσει / να αναδιαρθρώνω / να αναδιαρθρώσω | να έχεις αναδιαρθρώσει / να αναδιαρθρώνεις / να αναδιαρθρώσεις | να έχει αναδιαρθρώσει / να αναδιαρθρώνει / να αναδιαρθρώσει | να έχουμε αναδιαρθρώσει / να αναδιαρθρώνουμε / να αναδιαρθρώσουμε | να αναδιαρθρώνετε / να αναδιαρθρώσετε | να αναδιαρθρώνουν / να αναδιαρθρώνουνε / να αναδιαρθρώσουν / να αναδιαρθρώσουνε |
| Προστακτική | — | αναδιάρθρωνε / αναδιάρθρωσε | — | — | αναδιαρθρώνετε / αναδιαρθρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αναδιαρθρώθηκααναδιαρθρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →