αναδιανέμω
•
- διανέμω ξανά, απ’ την αρχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναδιανέμω < ανα- + διανέμω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναδιανέμω | αναδιανέμεις | αναδιανέμει | αναδιανέμουμε | αναδιανέμετε | αναδιανέμουν / αναδιανέμουνε |
| Παρατατικός | αναδιένεμα | αναδιένεμες | αναδιένεμε | αναδιανέμαμε | αναδιανέματε | αναδιένεμαν / αναδιανέμαν / αναδιανέμανε |
| Αόριστος | αναδιένειμα | αναδιένειμες | αναδιένειμε | αναδιανείμαμε | αναδιανείματε | αναδιένειμαν / αναδιανείμαν / αναδιανείμανε |
| Μέλλοντας | θα αναδιανέμω / θα αναδιανείμω | θα αναδιανέμεις / θα αναδιανείμεις | θα αναδιανέμει / θα αναδιανείμει | θα αναδιανέμουμε / θα αναδιανείμουμε | θα αναδιανέμετε / θα αναδιανείμετε | θα αναδιανέμουν / θα αναδιανέμουνε / θα αναδιανείμουν / θα αναδιανείμουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναδιανείμει | έχεις αναδιανείμει | έχει αναδιανείμει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναδιανείμει | είχες αναδιανείμει | είχε αναδιανείμει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναδιανείμει / να αναδιανέμω / να αναδιανείμω | να έχεις αναδιανείμει / να αναδιανέμεις / να αναδιανείμεις | να έχει αναδιανείμει / να αναδιανέμει / να αναδιανείμει | να αναδιανέμουμε / να αναδιανείμουμε | να αναδιανέμετε / να αναδιανείμετε | να αναδιανέμουν / να αναδιανέμουνε / να αναδιανείμουν / να αναδιανείμουνε |
| Προστακτική | — | έχε αναδιανεμημένο / αναδιάνειμε / αναδιάνεμε | — | — | αναδιανέμετε / αναδιανείμτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →