Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναδιανέμω

ρήμα
•
  1. διανέμω ξανά, απ’ την αρχή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναδιανέμω < ανα- + διανέμω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναδιανέμωαναδιανέμειςαναδιανέμειαναδιανέμουμεαναδιανέμετεαναδιανέμουν / αναδιανέμουνε
Παρατατικόςαναδιένεμααναδιένεμεςαναδιένεμεαναδιανέμαμεαναδιανέματεαναδιένεμαν / αναδιανέμαν / αναδιανέμανε
Αόριστοςαναδιένειμααναδιένειμεςαναδιένειμεαναδιανείμαμεαναδιανείματεαναδιένειμαν / αναδιανείμαν / αναδιανείμανε
Μέλλονταςθα αναδιανέμω / θα αναδιανείμωθα αναδιανέμεις / θα αναδιανείμειςθα αναδιανέμει / θα αναδιανείμειθα αναδιανέμουμε / θα αναδιανείμουμεθα αναδιανέμετε / θα αναδιανείμετεθα αναδιανέμουν / θα αναδιανέμουνε / θα αναδιανείμουν / θα αναδιανείμουνε
Παρακείμενοςέχω αναδιανείμειέχεις αναδιανείμειέχει αναδιανείμει———
Υπερσυντέλικοςείχα αναδιανείμειείχες αναδιανείμειείχε αναδιανείμει———
Υποτακτικήνα έχω αναδιανείμει / να αναδιανέμω / να αναδιανείμωνα έχεις αναδιανείμει / να αναδιανέμεις / να αναδιανείμειςνα έχει αναδιανείμει / να αναδιανέμει / να αναδιανείμεινα αναδιανέμουμε / να αναδιανείμουμενα αναδιανέμετε / να αναδιανείμετενα αναδιανέμουν / να αναδιανέμουνε / να αναδιανείμουν / να αναδιανείμουνε
Προστακτική—έχε αναδιανεμημένο / αναδιάνειμε / αναδιάνεμε——αναδιανέμετε / αναδιανείμτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →