διανέμω
•
- λόγιομοιράζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διανέμω < αρχαία ελληνική διανέμω < δια- + νέμω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διανέμω | διανέμεις | διανέμει | διανέμουμε | διανέμετε | διανέμουν / διανέμουνε |
| Παρατατικός | διένεμα | διένεμες | διένεμε | διανέμαμε | διανέματε | διένεμαν / διανέμαν / διανέμανε |
| Αόριστος | διένειμα | διένειμες | διένειμε | διανείμαμε | διανείματε | διένειμαν / διανείμαν / διανείμανε |
| Μέλλοντας | θα διανέμω / θα διανείμω | θα διανέμεις / θα διανείμεις | θα διανέμει / θα διανείμει | θα διανέμουμε / θα διανείμουμε | θα διανέμετε / θα διανείμετε | θα διανέμουν / θα διανέμουνε / θα διανείμουν / θα διανείμουνε |
| Παρακείμενος | έχω διανείμει | έχεις διανείμει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διανείμει | είχες διανείμει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διανείμει / να διανέμω / να διανείμω | να έχεις διανείμει / να διανέμεις / να διανείμεις | να διανέμει / να διανείμει | να διανέμουμε / να διανείμουμε | να διανέμετε / να διανείμετε | να διανέμουν / να διανέμουνε / να διανείμουν / να διανείμουνε |
| Προστακτική | — | έχε διανεμημένο / διάνειμε / διάνεμε | — | — | διανέμετε / διανείμτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διανεμήθηκαδιανέμομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →