Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διανέμω

/ði.aˈne.mo/ρήμα
•
  1. λόγιομοιράζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διανέμω < αρχαία ελληνική διανέμω < δια- + νέμω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιανέμωδιανέμειςδιανέμειδιανέμουμεδιανέμετεδιανέμουν / διανέμουνε
Παρατατικόςδιένεμαδιένεμεςδιένεμεδιανέμαμεδιανέματεδιένεμαν / διανέμαν / διανέμανε
Αόριστοςδιένειμαδιένειμεςδιένειμεδιανείμαμεδιανείματεδιένειμαν / διανείμαν / διανείμανε
Μέλλονταςθα διανέμω / θα διανείμωθα διανέμεις / θα διανείμειςθα διανέμει / θα διανείμειθα διανέμουμε / θα διανείμουμεθα διανέμετε / θα διανείμετεθα διανέμουν / θα διανέμουνε / θα διανείμουν / θα διανείμουνε
Παρακείμενοςέχω διανείμειέχεις διανείμει————
Υπερσυντέλικοςείχα διανείμειείχες διανείμει————
Υποτακτικήνα έχω διανείμει / να διανέμω / να διανείμωνα έχεις διανείμει / να διανέμεις / να διανείμειςνα διανέμει / να διανείμεινα διανέμουμε / να διανείμουμενα διανέμετε / να διανείμετενα διανέμουν / να διανέμουνε / να διανείμουν / να διανείμουνε
Προστακτική—έχε διανεμημένο / διάνειμε / διάνεμε——διανέμετε / διανείμτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

διανεμήθηκαδιανέμομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →