αναδιπλώνω
•
- διπλώνω (ξανά) Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςυποχωρώ, συμπτύσσω Βικιλεξικό
- μεταφορικάυποχωρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναδιπλώνω < αρχαία ελληνική ἀναδιπλόω / ἀναδιπλῶ < διπλόω / διπλῶ < διπλόος / διπλοῦς < δι- + -πλόος / -πλοῦς (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική replier)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναδιπλώνω | αναδιπλώνεις | αναδιπλώνει | αναδιπλώνουμε | αναδιπλώνετε | αναδιπλώνουν / αναδιπλώνουνε |
| Παρατατικός | αναδίπλωνα | αναδίπλωνες | αναδίπλωνε | αναδιπλώναμε | αναδιπλώνατε | αναδίπλωναν / αναδιπλώναν / αναδιπλώνανε |
| Αόριστος | αναδίπλωσα | αναδίπλωσες | αναδίπλωσε | αναδιπλώσαμε | αναδιπλώσατε | αναδίπλωσαν / αναδιπλώσαν / αναδιπλώσανε |
| Μέλλοντας | θα αναδιπλώνω / θα αναδιπλώσω | θα αναδιπλώνεις / θα αναδιπλώσεις | θα αναδιπλώνει / θα αναδιπλώσει | θα αναδιπλώνουμε / θα αναδιπλώσουμε | θα αναδιπλώνετε / θα αναδιπλώσετε | θα αναδιπλώνουν / θα αναδιπλώνουνε / θα αναδιπλώσουν / θα αναδιπλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναδιπλώσει | έχεις αναδιπλώσει | έχει αναδιπλώσει | έχουμε αναδιπλώσει | έχετε αναδιπλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναδιπλώσει | είχες αναδιπλώσει | είχε αναδιπλώσει | είχαμε αναδιπλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναδιπλώσει / να αναδιπλώνω / να αναδιπλώσω | να έχεις αναδιπλώσει / να αναδιπλώνεις / να αναδιπλώσεις | να έχει αναδιπλώσει / να αναδιπλώνει / να αναδιπλώσει | να έχουμε αναδιπλώσει / να αναδιπλώνουμε / να αναδιπλώσουμε | να έχετε αναδιπλώσει / να αναδιπλώνετε / να αναδιπλώσετε | να αναδιπλώνουν / να αναδιπλώνουνε / να αναδιπλώσουν / να αναδιπλώσουνε |
| Προστακτική | — | αναδίπλωνε / αναδίπλωσε | — | — | αναδιπλώνετε / αναδιπλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →