διπλώνω
•
- φέρνω κομμάτια εύκαμπτου επίπεδου αντικείμενου, ώστε να ακουμπήσουν χωρίς να σκιστεί το αντικείμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διπλώνω < διπλός + -ώνω < αρχαία ελληνική διπλόος / διπλοῦς < δι- + -πλόος / -πλοῦς. Διαφορετική η αρχαία ελληνική διπλόω / διπλῶ (επαναλαμβάνω, ελληνιστική σημασία: διπλασιάζω) < διπλόος.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διπλώνω | διπλώνεις | διπλώνει | διπλώνουμε | διπλώνετε | διπλώνουν / διπλώνουνε |
| Παρατατικός | δίπλωνα | δίπλωνες | δίπλωνε | διπλώναμε | διπλώνατε | δίπλωναν / διπλώναν / διπλώνανε |
| Αόριστος | δίπλωσα | δίπλωσες | δίπλωσε | διπλώσαμε | διπλώσατε | δίπλωσαν / διπλώσαν / διπλώσανε |
| Μέλλοντας | θα διπλώνω / θα διπλώσω | θα διπλώνεις / θα διπλώσεις | θα διπλώνει / θα διπλώσει | θα διπλώνουμε / θα διπλώσουμε | θα διπλώνετε / θα διπλώσετε | θα διπλώνουν / θα διπλώνουνε / θα διπλώσουν / θα διπλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διπλώσει | έχεις διπλώσει | έχει διπλώσει | έχουμε διπλώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διπλώσει | είχες διπλώσει | είχε διπλώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διπλώσει / να διπλώνω / να διπλώσω | να έχεις διπλώσει / να διπλώνεις / να διπλώσεις | να έχει διπλώσει / να διπλώνει / να διπλώσει | να έχουμε διπλώσει / να διπλώνουμε / να διπλώσουμε | να διπλώνετε / να διπλώσετε | να διπλώνουν / να διπλώνουνε / να διπλώσουν / να διπλώσουνε |
| Προστακτική | — | δίπλωνε / δίπλωσε | — | — | διπλώνετε / διπλώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διπλώθηκαδιπλώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →