αναδοχή
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αναδέχομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναδοχή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀναδοχή (ενέχυρο) < αρχαία ελληνική ἀναδέχομαι < δέχομαι, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική acceptation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναδοχή | αναδοχές |
| Γενική | αναδοχής | αναδοχών |
| Αιτιατική | αναδοχή | αναδοχές |
| Κλητική | αναδοχή | αναδοχές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →