αναζωπυρώνω
•
- κυριολεκτικάενεργώ έτσι, ώστε μια φωτιά που κόντευε να σβήσει να ξαναρχίσει να καίει με μεγάλη ένταση Βικιλεξικό
- Μάχη με τις φλόγες δίνουν οι δυνάμεις της Πυροσβεστικής στο Μαίναλο, καθώς η φωτιά στη θέση Ραπούνι αναζωπυρώθηκε και έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις. Το πύρινο μέτωπο εκτείνεται σε μήκος 1,5 χιλιομέτρου. (εφ. Ελευθεροτυπία, 06.09.2011)
- μεταφορικάδίνω εκ νέου ένταση σε κάτι που βρισκόταν σε ύφεση ή είχε ξεχαστεί, ανακινώ ένα θέμα Βικιλεξικό
- Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση που αναζωπυρώθηκε την τελευταία εβδομάδα έχει βάθος τουλάχιστον μιας διετίας. Από το 2016 οι πολιτικές δυνάμεις είχαν ξεκινήσει να καταθέτουν στη δημόσια σφαίρα τις προτάσεις τους σε μια ευρύτερη απόπειρα επίτευξης της μίνιμουμ συναίνεσης, με σκοπό η επόμενη Βουλή να καταστεί αναθεωρητική. (Εφημερίδα των Συντακτών, 31.03.2018)
Ετυμολογία
αναζωπυρώνω < ελληνιστική κοινή ἀναζωπυρόω / ἀναζωπυρῶ < αρχαία ελληνική ἀναζωπυρέω / ἀναζωπυρῶ < ἀνά + ζώπυρον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναζωπυρώνω | αναζωπυρώνεις | αναζωπυρώνει | αναζωπυρώνουμε | αναζωπυρώνετε | αναζωπυρώνουν / αναζωπυρώνουνε |
| Παρατατικός | αναζωπύρωνα | αναζωπύρωνες | αναζωπύρωνε | αναζωπυρώναμε | αναζωπυρώνατε | αναζωπυρώναν / αναζωπυρώνανε / αναζωπύρωναν |
| Αόριστος | αναζωπύρωσα | αναζωπύρωσες | αναζωπύρωσε | αναζωπυρώσαμε | αναζωπυρώσατε | αναζωπυρώσαν / αναζωπυρώσανε / αναζωπύρωσαν |
| Μέλλοντας | θα αναζωπυρώνω / θα αναζωπυρώσω | θα αναζωπυρώνεις / θα αναζωπυρώσεις | θα αναζωπυρώνει / θα αναζωπυρώσει | θα αναζωπυρώνουμε / θα αναζωπυρώσουμε | θα αναζωπυρώνετε / θα αναζωπυρώσετε | θα αναζωπυρώνουν / θα αναζωπυρώνουνε / θα αναζωπυρώσουν / θα αναζωπυρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναζωπυρώσει | έχεις αναζωπυρώσει | έχει αναζωπυρώσει | έχουμε αναζωπυρώσει | έχετε αναζωπυρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναζωπυρώσει | είχες αναζωπυρώσει | είχε αναζωπυρώσει | είχαμε αναζωπυρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναζωπυρώσει / να αναζωπυρώνω / να αναζωπυρώσω | να έχεις αναζωπυρώσει / να αναζωπυρώνεις / να αναζωπυρώσεις | να έχει αναζωπυρώσει / να αναζωπυρώνει / να αναζωπυρώσει | να έχουμε αναζωπυρώσει / να αναζωπυρώνουμε / να αναζωπυρώσουμε | να έχετε αναζωπυρώσει / να αναζωπυρώνετε / να αναζωπυρώσετε | να αναζωπυρώνουν / να αναζωπυρώνουνε / να αναζωπυρώσουν / να αναζωπυρώσουνε |
| Προστακτική | — | αναζωπύρωνε / αναζωπύρωσε | — | — | αναζωπυρώνετε / αναζωπυρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →