Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναιρετήριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο αναιρετικός. Σήμερα σε χρήση κυρίως το ουδέτερο, το αναιρετήριο, το οποίο συν τω χρόνω ουσιαστικοποιήθηκε σημαίνοντας το δικαστικό έγγραφο που πρέπει να συμπληρώνεται για να είναι δυνατή η προσφυγή σε αναίρεση Βικιλεξικό
    • Προσκομίσθηκε το αναιρετήριο έγγραφο (ως επίθετο)
    • Τι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως (ως ουσιαστικό)

Ετυμολογία

αναιρετήριος < αναιρετικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναιρετήριοςαναιρετήριααναιρετήριο
Γενικήαναιρετήριουαναιρετήριαςαναιρετήριου
Αιτιατικήαναιρετήριοαναιρετήριααναιρετήριο
Κλητικήαναιρετήριεαναιρετήριααναιρετήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναιρετήριοιαναιρετήριεςαναιρετήρια
Γενικήαναιρετήριωναναιρετήριωναναιρετήριων
Αιτιατικήαναιρετήριουςαναιρετήριεςαναιρετήρια
Κλητικήαναιρετήριοιαναιρετήριεςαναιρετήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →