αναιρώ
•
- αναθεωρώ, αντικρούω ή αρνούμαι μια προηγούμενη άποψη, απόφασή ή δήλωσή μου Βικιλεξικό
- Αναιρώ! Είχα δυστυχώς λανθασμένη πληροφόρηση και η προηγούμενη δήλωσή μου δεν ευσταθεί
- Ο μάρτυρας αναίρεσε την πρώτη κατάθεσή του, υποστηρίζοντας ότι είχε δεχτεί πιέσεις κατά την ανάκριση
- ακυρώνω Βικιλεξικό
- Το γεγονός ότι τώρα λες αλήθεια δεν αναιρεί το γεγονός ότι μου είπες ψέματα χτες
- Το ανώτατο δικαστήριο αναίρεσε την προηγούμενη, εναντίον του, απόφαση του εφετείου
Ετυμολογία
αναιρώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναιρῶ, συνηρημένος τύπος του ἀναιρέω < ἀν- στερητικό + αἱρέω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναιρώ | αναιρείς | αναιρεί | αναιρούμε | αναιρείτε | αναιρούν / αναιρούνε |
| Παρατατικός | αναιρούσα | αναιρούσες | αναιρούσε | αναιρούσαμε | αναιρούσατε | αναιρούσαν / αναιρούσανε |
| Αόριστος | αναίρεσα | αναίρεσες | αναίρεσε | αναιρέσαμε | αναιρέσατε | αναίρεσαν / αναιρέσαν / αναιρέσανε |
| Μέλλοντας | θα αναιρέσω / θα αναιρώ | θα αναιρέσεις / θα αναιρείς | θα αναιρέσει / θα αναιρεί | θα αναιρέσουμε / θα αναιρούμε | θα αναιρέσετε / θα αναιρείτε | θα αναιρέσουν / θα αναιρέσουνε / θα αναιρούν / θα αναιρούνε |
| Παρακείμενος | έχω αναιρέσει | έχεις αναιρέσει | έχει αναιρέσει | έχουμε αναιρέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναιρέσει | είχες αναιρέσει | είχε αναιρέσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναιρέσει / να αναιρέσω / να αναιρώ | να έχεις αναιρέσει / να αναιρέσεις / να αναιρείς | να έχει αναιρέσει / να αναιρέσει / να αναιρεί | να έχουμε αναιρέσει / να αναιρέσουμε / να αναιρούμε | να αναιρέσετε / να αναιρείτε | να αναιρέσουν / να αναιρέσουνε / να αναιρούν / να αναιρούνε |
| Προστακτική | — | αναίρει / αναίρεσε | — | — | αναιρέστε / αναιρείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αναιρέθηκααναιρούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →