Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακάμπτω

/a.naˈkam.pto/ρήμα
•
  1. αμετάβατοκάμπτω, λυγίζω κάτι προς τα πάνω ή προς τα πίσω Βικιλεξικό
  2. αμετάβατολυγίζω προς τα πάνω τα χέρια μου Βικιλεξικό
  3. αμετάβατολυγίζω προς τα πίσω τον κορμό μου Βικιλεξικό
  4. αμετάβατοεπανέρχομαι δυναμικά ύστερα από απουσία ή περίοδο ύφεσης, κάμψης, σοβαρών προβλημάτων κτλ.· ξεπερνώ τις δυσκολίες Βικιλεξικό
    • π.χ. Η οικονομία δεν ανέκαμψε παρά τον δανεισμό της χώρας.
  5. μεταβατικόκάνω ώστε να ξανακολουθήσει κάτι ανοδική πορεία κατόπιν απουσίας ή ύφεσης· επαναφέρω, αναζωογονώ Βικιλεξικό
    • π.χ. Tα νέα μέτρα θα ανακάμψουν την οικονομία.

Ετυμολογία

ανακάμπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνακάμπτω (επιστρέφω, σκύβω προς τα πίσω), για την μεταφορική σημασία: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική (se) redresser και την αγγλική recover. Συγχρονικά αναλύεται σε ανα- + κάμπτω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανακάμπτωανακάμπτειςανακάμπτειανακάμπτουμεανακάμπτετεανακάμπτουν / ανακάμπτουνε
Παρατατικόςανέκαμπταανέκαμπτεςανέκαμπτεανακάμπταμεανακάμπτατεανέκαμπταν / ανακάμπταν / ανακάμπτανε
Αόριστοςανέκαμψαανέκαμψεςανέκαμψεανακάμψαμεανακάμψατεανέκαμψαν / ανακάμψαν / ανακάμψανε
Μέλλονταςθα ανακάμπτω / θα ανακάμψωθα ανακάμπτεις / θα ανακάμψειςθα ανακάμπτει / θα ανακάμψειθα ανακάμπτουμε / θα ανακάμψουμεθα ανακάμπτετε / θα ανακάμψετεθα ανακάμπτουν / θα ανακάμπτουνε / θα ανακάμψουν / θα ανακάμψουνε
Παρακείμενοςέχω ανακάμψειέχεις ανακάμψειέχει ανακάμψει———
Υπερσυντέλικοςείχα ανακάμψειείχες ανακάμψει————
Υποτακτικήνα έχω ανακάμψει / να ανακάμπτω / να ανακάμψωνα έχεις ανακάμψει / να ανακάμπτεις / να ανακάμψειςνα έχει ανακάμψει / να ανακάμπτει / να ανακάμψεινα ανακάμπτουμε / να ανακάμψουμενα ανακάμπτετε / να ανακάμψετενα ανακάμπτουν / να ανακάμπτουνε / να ανακάμψουν / να ανακάμψουνε
Προστακτική—ανάκαμπτε / ανάκαμψε——ανακάμπτετε / ανακάμψτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ανακάμφθηκαανακάμπτομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →