Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακαλύπτω

/a.na.kaˈli.pto/ρήμα
•
  1. βρίσκω πρώτος κάτι που προϋπήρχε, αλλά κανείς δεν ήξερε Βικιλεξικό
    • Ο Χριστόφορος Κολόμβος ανακάλυψε την Αμερική.
  2. βρίσκω τυχαία ή έπειτα από έρευνες κάτι κρυμμένο ή χαμένο Βικιλεξικό
    • Ανακάλυψε τον χαμένο θησαυρό.
  3. μαθαίνω για την ύπαρξη κάποιου (ανθρώπου, αντικειμένου κ.λπ.) όχι πολύ γνωστού, που πριν δεν ήξερα Βικιλεξικό
    • Ανακάλυψα ένα μαγαζί με φτηνά ρούχα.

Ετυμολογία

ανακαλύπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνακαλύπτω (ξεσκεπάζω), ελληνιστική σημασία «αποκαλύπτω» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική découvrir, με ανα- αντί απο- για διάκριση από το αποκαλύπτω, με το οποίο συχνά συγχέεται.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανακαλύπτωανακαλύπτειςανακαλύπτειανακαλύπτουμεανακαλύπτετεανακαλύπτουν / ανακαλύπτουνε
Παρατατικόςανακάλυπταανακάλυπτεςανακάλυπτεανακαλύπταμεανακαλύπτατεανακάλυπταν / ανακαλύπταν / ανακαλύπτανε
Αόριστοςανακάλυψαανακάλυψεςανακάλυψεανακαλύψαμεανακαλύψατεανακάλυψαν / ανακαλύψαν / ανακαλύψανε
Μέλλονταςθα ανακαλύπτω / θα ανακαλύψωθα ανακαλυφθείς / θα ανακαλύπτεις / θα ανακαλύψειςθα ανακαλύπτει / θα ανακαλύψειθα ανακαλύπτουμε / θα ανακαλύψουμεθα ανακαλύπτετε / θα ανακαλύψετεθα ανακαλύπτουν / θα ανακαλύπτουνε / θα ανακαλύψουν / θα ανακαλύψουνε
Παρακείμενοςέχω ανακαλύψειέχεις ανακαλύψειέχει ανακαλύψει———
Υπερσυντέλικοςείχα ανακαλύψειείχες ανακαλύψειείχε ανακαλύψει———
Υποτακτικήνα έχω ανακαλύψει / να ανακαλύπτω / να ανακαλύψωνα έχεις ανακαλύψει / να ανακαλυφθείς / να ανακαλύπτεις / να ανακαλύψειςνα έχει ανακαλύψει / να ανακαλύπτει / να ανακαλύψεινα ανακαλύπτουμε / να ανακαλύψουμενα ανακαλύπτετε / να ανακαλύψετενα ανακαλύπτουν / να ανακαλύπτουνε / να ανακαλύψουν / να ανακαλύψουνε
Προστακτική—ανακάλυπτε / ανακάλυψε——ανακαλύπτετε / ανακαλύψτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ανακαλύφθηκαανακαλύπτομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →