ανακαταμετρώ
•
- καταμετρώ εκ νέου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακαταμετρώ < ανα- + καταμετρώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακαταμετράω / ανακαταμετρώ | ανακαταμετράς | ανακαταμετρά / ανακαταμετράει | ανακαταμετράμε / ανακαταμετρούμε | ανακαταμετράτε | ανακαταμετράν / ανακαταμετράνε / ανακαταμετρούν / ανακαταμετρούνε |
| Παρατατικός | ανακαταμετρούσα | ανακαταμετρούσες | ανακαταμετρούσε | ανακαταμετρούσαμε | ανακαταμετρούσατε | ανακαταμετρούσαν / ανακαταμετρούσανε |
| Αόριστος | ανακαταμέτρησα | ανακαταμέτρησες | ανακαταμέτρησε | ανακαταμετρήσαμε | ανακαταμετρήσατε | ανακαταμέτρησαν / ανακαταμετρήσαν / ανακαταμετρήσανε |
| Μέλλοντας | θα ανακαταμετράω / θα ανακαταμετρήσω / θα ανακαταμετρώ | θα ανακαταμετράς / θα ανακαταμετρήσεις | θα ανακαταμετρά / θα ανακαταμετράει / θα ανακαταμετρήσει | θα ανακαταμετράμε / θα ανακαταμετρήσουμε / θα ανακαταμετρούμε | θα ανακαταμετράτε / θα ανακαταμετρήσετε | θα ανακαταμετράν / θα ανακαταμετράνε / θα ανακαταμετρήσουν / θα ανακαταμετρήσουνε / θα ανακαταμετρούν / θα ανακαταμετρούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακαταμετρήσει | έχεις ανακαταμετρήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακαταμετρήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακαταμετρήσει / να ανακαταμετράω / να ανακαταμετρήσω / να ανακαταμετρώ | να έχεις ανακαταμετρήσει / να ανακαταμετράς / να ανακαταμετρήσεις | να ανακαταμετρά / να ανακαταμετράει / να ανακαταμετρήσει | να ανακαταμετράμε / να ανακαταμετρήσουμε / να ανακαταμετρούμε | να ανακαταμετράτε / να ανακαταμετρήσετε | να ανακαταμετράν / να ανακαταμετράνε / να ανακαταμετρήσουν / να ανακαταμετρήσουνε / να ανακαταμετρούν / να ανακαταμετρούνε |
| Προστακτική | — | ανακαταμέτρα / ανακαταμέτραγε / ανακαταμέτρησε | — | — | ανακαταμετράτε / ανακαταμετρήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →