Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταμετρώ

/ka.ta.meˈtɾo/ρήμα
•
  1. υπολογίζω / μετρώ ακριβώς το μήκος, τον όγκο κ.λπ., συνήθως χρησιμοποιώντας ειδικά όργανα ή μεθόδους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταμετρώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταμετρῶ, συνηρημένος τύπος του καταμετρέω < κατα- + μετρέω / μετρῶ < μέτρον

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταμετράω / καταμετρώκαταμετράςκαταμετρά / καταμετράεικαταμετράμε / καταμετρούμεκαταμετράτεκαταμετράν / καταμετράνε / καταμετρούν / καταμετρούνε
Παρατατικόςκαταμετρούσακαταμετρούσεςκαταμετρούσεκαταμετρούσαμεκαταμετρούσατεκαταμετρούσαν / καταμετρούσανε
Αόριστοςκαταμέτρησακαταμέτρησεςκαταμέτρησεκαταμετρήσαμεκαταμετρήσατεκαταμέτρησαν / καταμετρήσαν / καταμετρήσανε
Μέλλονταςθα καταμετράω / θα καταμετρήσω / θα καταμετρώθα καταμετράς / θα καταμετρήσειςθα καταμετρά / θα καταμετράει / θα καταμετρήσειθα καταμετράμε / θα καταμετρήσουμε / θα καταμετρούμεθα καταμετράτε / θα καταμετρήσετεθα καταμετράν / θα καταμετράνε / θα καταμετρήσουν / θα καταμετρήσουνε / θα καταμετρούν / θα καταμετρούνε
Παρακείμενοςέχω καταμετρήσειέχεις καταμετρήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα καταμετρήσει—————
Υποτακτικήνα έχω καταμετρήσει / να καταμετράω / να καταμετρήσω / να καταμετρώνα έχεις καταμετρήσει / να καταμετράς / να καταμετρήσειςνα καταμετρά / να καταμετράει / να καταμετρήσεινα καταμετράμε / να καταμετρήσουμε / να καταμετρούμενα καταμετράτε / να καταμετρήσετενα καταμετράν / να καταμετράνε / να καταμετρήσουν / να καταμετρήσουνε / να καταμετρούν / να καταμετρούνε
Προστακτική—καταμέτρα / καταμέτραγε / καταμέτρησε——καταμετράτε / καταμετρήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →