ανακατατάσσω
•
- κατατάσσω εκ νέου Βικιλεξικό
- κατατάσσω εκ νέου Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςκατατάσσω εκ νέου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακατατάσσω < ανα- + κατατάσσω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική rarrenger / rangager)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →