κατατάσσω
•
- βάζω κάτι ή κάποιον από ένα ευρύτερο σύνολο σε μια σειρά Βικιλεξικό
- τοποθετώ, βάζω, θέτω Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςεισάγω κάποιον στις τάξεις του στρατού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατατάσσω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατατάσσω. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + τάσσω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατατάσσω | κατατάσσεις | κατατάσσει | κατατάσσουμε | κατατάσσετε | κατατάσσουν / κατατάσσουνε |
| Παρατατικός | κατέτασσα | κατέτασσες | κατέτασσε | κατατάσσαμε | κατατάσσατε | κατέτασσαν / κατατάσσαν / κατατάσσανε |
| Αόριστος | κατέταξα | κατέταξες | κατέταξε | κατατάξαμε | κατατάξατε | κατέταξαν / κατατάξαν / κατατάξανε |
| Μέλλοντας | θα κατατάξω / θα κατατάσσω | θα κατατάξεις / θα κατατάσσεις | θα κατατάξει / θα κατατάσσει | θα κατατάξουμε / θα κατατάσσουμε | θα κατατάξετε / θα κατατάσσετε | θα κατατάξουν / θα κατατάξουνε / θα κατατάσσουν / θα κατατάσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατατάξει | έχεις κατατάξει | έχει κατατάξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατατάξει | είχες κατατάξει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατατάξει / να κατατάξω / να κατατάσσω | να έχεις κατατάξει / να κατατάξεις / να κατατάσσεις | να έχει κατατάξει / να κατατάξει / να κατατάσσει | να κατατάξουμε / να κατατάσσουμε | να κατατάξετε / να κατατάσσετε | να κατατάξουν / να κατατάξουνε / να κατατάσσουν / να κατατάσσουνε |
| Προστακτική | — | έχε καταταγμένο / κατάταξε / κατάτασσε | — | — | κατατάξτε / κατατάσσετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κατατάσσομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →