Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακεφαλαιοποίηση

/a.na.ce.fa.le.oˈpi.i.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικονομίααναδιοργάνωση ή αναδιάταξη της κεφαλαιακής διάρθρωσης μιας εταιρείας με εισαγωγή κεφαλαίων, με σκοπό την κεφαλαιακή της επάρκεια και σταθερότητα Βικιλεξικό
    • Η διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησης και η σταθεροποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος αποτελούν βασική προϋπόθεση για την παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και άρα και για την πολυπόθητη ανάκαμψη. (εφημερδία Το Βήμα, 31/8/2012)

Ετυμολογία

ανακεφαλαιοποίηση < ανα- + κεφαλαιοποιήση + κεφάλαιο + -ποίηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανακεφαλαιοποίησηανακεφαλαιοποιήσεις
Γενικήανακεφαλαιοποίησηςανακεφαλαιοποιήσεων
Αιτιατικήανακεφαλαιοποίησηανακεφαλαιοποιήσεις
Κλητικήανακεφαλαιοποίησηανακεφαλαιοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →