κεφαλαίο
•
- γραμματικήτο σύμβολο του γράμματος που έχει μεγάλο ύψος για τη μεγαλογράμματη γραφή Βικιλεξικό
- ελληνικό αλφάβητο: 24 ελληνικά κεφαλαία γράμματα: Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ, Σ, Τ, Υ, Φ, Χ, Ψ, Ω
- λατινικό αλφάβητο: 26 σύγχρονα λατινικά κεφαλαία γράμματα: A, B, C, D, E, F, G, H, I, J, K, L, M, N, O, P, Q, R, S, T, U, V, W, X, Y, Z
- κυριλλικό αλφάβητο: 33 κεφαλαία γράμματα του ρωσικού αλφαβήτου: А, Б, В, Г, Д, Е, Ё, Ж, З, И, Й, К, Л,М, Н, О, П, Р, С, Т, У, Ф, Х, Ц, Ч, Ш, Щ, Ъ, Ы, Ь, Э, Ю, Я
Ετυμολογία
κεφαλαίο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κεφαλαίος < κεφαλή, (απόδοση) γαλλική capitale
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κεφαλαίο | κεφαλαία |
| Γενική | κεφαλαίου | κεφαλαίων |
| Αιτιατική | κεφαλαίο | κεφαλαία |
| Κλητική | κεφαλαίο | κεφαλαία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →