ανακηρύσσω
•
- αποφασίζω την απονομή τίτλου ή αξιώματος σε κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακηρύσσω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνακηρύσσω < ἀνά + κηρύσσω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακηρύσσω | ανακηρύσσεις | ανακηρύσσει | ανακηρύσσουμε | ανακηρύσσετε | ανακηρύσσουν / ανακηρύσσουνε |
| Παρατατικός | ανακήρυσσα | ανακήρυσσες | ανακήρυσσε | ανακηρύσσαμε | ανακηρύσσατε | ανακήρυσσαν / ανακηρύσσαν / ανακηρύσσανε |
| Αόριστος | ανακήρυξα | ανακήρυξες | ανακήρυξε | ανακηρύξαμε | ανακηρύξατε | ανακήρυξαν / ανακηρύξαν / ανακηρύξανε |
| Μέλλοντας | θα ανακηρύξω / θα ανακηρύσσω | θα ανακηρύξεις / θα ανακηρύσσεις | θα ανακηρύξει / θα ανακηρύσσει | θα ανακηρύξουμε / θα ανακηρύσσουμε | θα ανακηρύξετε / θα ανακηρύσσετε | θα ανακηρύξουν / θα ανακηρύξουνε / θα ανακηρύσσουν / θα ανακηρύσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακηρύξει | έχεις ανακηρύξει | έχει ανακηρύξει | έχουμε ανακηρύξει | έχετε ανακηρύξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακηρύξει | είχες ανακηρύξει | είχε ανακηρύξει | είχαμε ανακηρύξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακηρύξει / να ανακηρύξω / να ανακηρύσσω | να έχεις ανακηρύξει / να ανακηρύξεις / να ανακηρύσσεις | να έχει ανακηρύξει / να ανακηρύξει / να ανακηρύσσει | να έχουμε ανακηρύξει / να ανακηρύξουμε / να ανακηρύσσουμε | να έχετε ανακηρύξει / να ανακηρύξετε / να ανακηρύσσετε | να ανακηρύξουν / να ανακηρύξουνε / να ανακηρύσσουν / να ανακηρύσσουνε |
| Προστακτική | — | ανακήρυξε / ανακήρυσσε | — | — | ανακηρύξτε / ανακηρύσσετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →