κηρύσσω
•
- γνωστοποιώ επίσημα Βικιλεξικό
- θρησκείακάνω κήρυγμα, μιλώντας για το λόγο του θεού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κηρύσσω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κηρύσσω / κηρύττω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κηρύσσω | κηρύσσεις | κηρύσσει | κηρύσσουμε | κηρύσσετε | κηρύσσουν / κηρύσσουνε |
| Παρατατικός | κήρυσσα | κήρυσσες | κήρυσσε | κηρύσσαμε | κηρύσσατε | κήρυσσαν / κηρύσσαν / κηρύσσανε |
| Αόριστος | κήρυξα | κήρυξες | κήρυξε | κηρύξαμε | κηρύξατε | κήρυξαν / κηρύξαν / κηρύξανε |
| Μέλλοντας | θα κηρύξω / θα κηρύσσω | θα κηρύξεις / θα κηρύσσεις | θα κηρύξει / θα κηρύσσει | θα κηρύξουμε / θα κηρύσσουμε | θα κηρύξετε / θα κηρύσσετε | θα κηρύξουν / θα κηρύξουνε / θα κηρύσσουν / θα κηρύσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κηρύξει | έχεις κηρύξει | έχει κηρύξει | έχουμε κηρύξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κηρύξει | είχες κηρύξει | είχε κηρύξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κηρύξει / να κηρύξω / να κηρύσσω | να έχεις κηρύξει / να κηρύξεις / να κηρύσσεις | να έχει κηρύξει / να κηρύξει / να κηρύσσει | να έχουμε κηρύξει / να κηρύξουμε / να κηρύσσουμε | να κηρύξετε / να κηρύσσετε | να κηρύξουν / να κηρύξουνε / να κηρύσσουν / να κηρύσσουνε |
| Προστακτική | — | κήρυξε / κήρυσσε | — | — | κηρύξτε / κηρύσσετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κηρύχτηκακηρύσσομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →