ανακοινώνω
•
- δηλώνω κάτι δημοσίως και επισήμως, είτε προφορικά είτε γραπτά Βικιλεξικό
- Η Ρωσία ανακοίνωσε ότι δε θα κάνει καμία εξαίρεση στο εμπάργκο
- Ανακοινώθηκαν τα νέα μέτρα για το τέλος ακινήτων
- γνωστοποιώ με σχετική επισημότητα Βικιλεξικό
- Μαρία, σου ανακοινώνω ότι το air condition δε θα ξαναλειτουργήσει στο σπίτι μας αν δε βρει δουλειά κι ο κανακάρης και η κορούλα σου, γιατί η σύνταξή μου δε φτάνει για τη ΔΕΗ!
- Μου ανακοίνωσε ψυχρά ότι αγαπάει άλλη!
Ετυμολογία
ανακοινώνω < αρχαία ελληνική ἀνακοινόω-ἀνακοινῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακοινώνω | ανακοινώνεις | ανακοινώνει | ανακοινώνουμε | ανακοινώνετε | ανακοινώνουν / ανακοινώνουνε |
| Παρατατικός | ανακοίνωνα | ανακοίνωνες | ανακοίνωνε | ανακοινώναμε | ανακοινώνατε | ανακοίνωναν / ανακοινώναν / ανακοινώνανε |
| Αόριστος | ανακοίνωσα | ανακοίνωσες | ανακοίνωσε | ανακοινώσαμε | ανακοινώσατε | ανακοίνωσαν / ανακοινώσαν / ανακοινώσανε |
| Μέλλοντας | θα ανακοινώνω / θα ανακοινώσω | θα ανακοινώνεις / θα ανακοινώσεις | θα ανακοινώνει / θα ανακοινώσει | θα ανακοινώνουμε / θα ανακοινώσουμε | θα ανακοινώνετε / θα ανακοινώσετε | θα ανακοινώνουν / θα ανακοινώνουνε / θα ανακοινώσουν / θα ανακοινώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακοινώσει | έχεις ανακοινώσει | έχει ανακοινώσει | έχουμε ανακοινώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακοινώσει | είχες ανακοινώσει | είχε ανακοινώσει | είχαμε ανακοινώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακοινώσει / να ανακοινώνω / να ανακοινώσω | να έχεις ανακοινώσει / να ανακοινώνεις / να ανακοινώσεις | να έχει ανακοινώσει / να ανακοινώνει / να ανακοινώσει | να έχουμε ανακοινώσει / να ανακοινώνουμε / να ανακοινώσουμε | να ανακοινώνετε / να ανακοινώσετε | να ανακοινώνουν / να ανακοινώνουνε / να ανακοινώσουν / να ανακοινώσουνε |
| Προστακτική | — | ανακοίνωνε / ανακοίνωσε | — | — | ανακοινώνετε / ανακοινώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ανακοινώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →