Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακοινώσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να ανακοινωθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανακοινώσιμος < ανακοινώνω + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανακοινώσιμοςανακοινώσιμηανακοινώσιμο
Γενικήανακοινώσιμουανακοινώσιμηςανακοινώσιμου
Αιτιατικήανακοινώσιμοανακοινώσιμηανακοινώσιμο
Κλητικήανακοινώσιμεανακοινώσιμηανακοινώσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανακοινώσιμοιανακοινώσιμεςανακοινώσιμα
Γενικήανακοινώσιμωνανακοινώσιμωνανακοινώσιμων
Αιτιατικήανακοινώσιμουςανακοινώσιμεςανακοινώσιμα
Κλητικήανακοινώσιμοιανακοινώσιμεςανακοινώσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →