ανακοστολογώ
•
- κοστολογώ εκ νέου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακοστολογώ < ανα- + κοστολογώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακοστολογώ | ανακοστολογείς | ανακοστολογεί | ανακοστολογούμε | ανακοστολογείτε | ανακοστολογούν / ανακοστολογούνε |
| Παρατατικός | ανακοστολογούσα | ανακοστολογούσες | ανακοστολογούσε | ανακοστολογούσαμε | ανακοστολογούσατε | ανακοστολογούσαν / ανακοστολογούσανε |
| Αόριστος | ανακοστολόγησα | ανακοστολόγησες | ανακοστολόγησε | ανακοστολογήσαμε | ανακοστολογήσατε | ανακοστολογήσαν / ανακοστολογήσανε / ανακοστολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα ανακοστολογήσω / θα ανακοστολογώ | θα ανακοστολογήσεις / θα ανακοστολογείς | θα ανακοστολογήσει / θα ανακοστολογεί | θα ανακοστολογήσουμε / θα ανακοστολογούμε | θα ανακοστολογήσετε / θα ανακοστολογείτε | θα ανακοστολογήσουν / θα ανακοστολογήσουνε / θα ανακοστολογούν / θα ανακοστολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακοστολογήσει | έχεις ανακοστολογήσει | έχει ανακοστολογήσει | έχουμε ανακοστολογήσει | έχετε ανακοστολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακοστολογήσει | είχες ανακοστολογήσει | είχε ανακοστολογήσει | είχαμε ανακοστολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακοστολογήσει / να ανακοστολογήσω / να ανακοστολογώ | να έχεις ανακοστολογήσει / να ανακοστολογήσεις / να ανακοστολογείς | να έχει ανακοστολογήσει / να ανακοστολογήσει / να ανακοστολογεί | να έχουμε ανακοστολογήσει / να ανακοστολογήσουμε / να ανακοστολογούμε | να έχετε ανακοστολογήσει / να ανακοστολογήσετε / να ανακοστολογείτε | να ανακοστολογήσουν / να ανακοστολογήσουνε / να ανακοστολογούν / να ανακοστολογούνε |
| Προστακτική | — | ανακοστολόγει / ανακοστολόγησε | — | — | ανακοστολογήστε / ανακοστολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →