Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακρυστάλλωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εκ νέου κρυστάλλωση Βικιλεξικό
    • Η επαναλαμβανόμενη ψυχρή σφυρηλασία με ενδιάμεσες ανοπτήσεις για ανακρυστάλλωση γύρω στους 500^οC είναι εντούτοις, η συνήθης τεχνική που χρησιμοποιείται για μπρούτζους μέσης και υψηλής περιεκτικότητας σε κασσίτερο (5-15% Sn) διότι στη διάρκεια της σφυρηλασίας ενδοτραχύνονται ισχυρά και χρειάζονται ενδιάμεση ανόπτηση για ανακρυστάλλωση προς αποκατάσταση της αρχικής τους ολκιμότητας. (Γιώργος Παπαδημητρίου, Αρχαιομετρικές μελέτες για την ελληνική προϊστορία και αρχαιότητα, επιμέλεια Γιάννης Βασιλάκος, Γιώργος Φακορέλλης, Ελληνική Αρχαιομετρική Εταιρεία, 2001, σελ. 599-600)
  2. η αφαίρεση των ξένων προσμείξεων ενός σώματος με διάλυση της κρυσταλλικής δομής του και την επανασύνθεσή της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανακρυστάλλωση < ανα- + κρυσταλλώνω + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική recristallisation)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανακρυστάλλωσηανακρυσταλλώσεις
Γενικήανακρυστάλλωσηςανακρυσταλλώσεων
Αιτιατικήανακρυστάλλωσηανακρυσταλλώσεις
Κλητικήανακρυστάλλωσηανακρυσταλλώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →