κρύσταλλο
•
- γυαλί καλής ποιότητας με το οποίο κατασκευάζονται διάφορα αντικείμενα Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάαντικείμενο από κρύσταλλο Βικιλεξικό
- Μονάχα μια βιβλιοθήκη του πατέρα του κράτηξε ο Κοσμάς και ένα σκρίνιο, που 'βανε η μακαρίτισσα η μάνα του τις πορσελάνες και τα κρύσταλλά της. (Γωγώ Ατζολετάκη, Η φίλη σου, Ροζαλία, Εκδόσεις Ιωλκός, 2015 https://books.google.gr/books?id=7G56BwAAQBAJ&lpg=PA100&dq=%CF%83%CE%BA%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B9%CE%BF&pg=PA100#v=onepage&q=%CF%83%CE%BA%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B9%CE%BF&f=false)
- μεταφορικάοτιδήποτε ξεχωρίζει για την καθαρότητα και την λάμψη του Βικιλεξικό
- μεταφορικάπάγος που κρέμεται από ψηλά σαν μικρός σταλακτίτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρύσταλλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κρύσταλλον < ελληνιστική κοινή κρύσταλλον < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κρύσταλλος με μεταπλασμό σε ουδέτερo. Συγκρίνετε με το κρύσταλλος. :* για γυάλινα αντικείμενα < λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cristal < αρχαία ελληνική κρύσταλλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρύσταλλο | κρύσταλλα |
| Γενική | κρυστάλλου / κρύσταλλου | κρυστάλλων / κρύσταλλων |
| Αιτιατική | κρύσταλλο | κρύσταλλα |
| Κλητική | κρύσταλλο | κρύσταλλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →