ανακτίζω
•
- ανοικοδομώ, χτίζω ξανά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακτίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνακτίζω. Συγχρονικά αναλύεται σε ανα- + κτίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακτίζω | ανακτίζεις | ανακτίζει | ανακτίζουμε | ανακτίζετε | ανακτίζουν / ανακτίζουνε |
| Παρατατικός | ανάκτιζα | ανάκτιζες | ανάκτιζε | ανακτίζαμε | ανακτίζατε | ανάκτιζαν / ανακτίζαν / ανακτίζανε |
| Αόριστος | ανάκτισα | ανάκτισες | ανάκτισε | ανακτίσαμε | ανακτίσατε | ανάκτισαν / ανακτίσαν / ανακτίσανε |
| Μέλλοντας | θα ανακτίζω / θα ανακτίσω | θα ανακτίζεις / θα ανακτίσεις | θα ανακτίζει / θα ανακτίσει | θα ανακτίζουμε / θα ανακτίσουμε | θα ανακτίζετε / θα ανακτίσετε | θα ανακτίζουν / θα ανακτίζουνε / θα ανακτίσουν / θα ανακτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακτίσει | έχεις ανακτίσει | έχει ανακτίσει | έχουμε ανακτίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακτίσει | είχες ανακτίσει | είχε ανακτίσει | είχαμε ανακτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακτίσει / να ανακτίζω / να ανακτίσω | να έχεις ανακτίσει / να ανακτίζεις / να ανακτίσεις | να έχει ανακτίσει / να ανακτίζει / να ανακτίσει | να έχουμε ανακτίσει / να ανακτίζουμε / να ανακτίσουμε | να ανακτίζετε / να ανακτίσετε | να ανακτίζουν / να ανακτίζουνε / να ανακτίσουν / να ανακτίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ανακτισμένο / ανάκτιζε / ανάκτισε | — | — | ανακτίζετε / ανακτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →