Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοικοδομώ

/a.ni.ko.ðoˈmo/ρήμα
•
  1. λόγιοεπισκευάζω κτίσμα πάλι, από την αρχή Βικιλεξικό
    • 1861 Ἰωάννης Κοκκώνης, Γεωγραφία στοιχειώδης, Μέρος Β΄, Βιβλίον Β΄, Κεφάλαιον Α΄
  2. γενικότεραοικοδομώ Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάδημιουργώ κάτι εκ νέου Βικιλεξικό
    • Ανοικοδομήθηκαν οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.

Ετυμολογία

ανοικοδομώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνοικοδομῶ (ἀνοικοδομέω). Συγχρονικά αναλύεται σε αν- (ανά) + οικοδομώ < οικο- + δομώ.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανοικοδομώανοικοδομείςανοικοδομείανοικοδομούμεανοικοδομείτεανοικοδομούν / ανοικοδομούνε
Παρατατικόςανοικοδομούσαανοικοδομούσεςανοικοδομούσεανοικοδομούσαμεανοικοδομούσατεανοικοδομούσαν / ανοικοδομούσανε
Αόριστοςανοικοδόμησαανοικοδόμησεςανοικοδόμησεανοικοδομήσαμεανοικοδομήσατεανοικοδομήσαν / ανοικοδομήσανε / ανοικοδόμησαν
Μέλλονταςθα ανοικοδομήσω / θα ανοικοδομώθα ανοικοδομήσεις / θα ανοικοδομείςθα ανοικοδομήσει / θα ανοικοδομείθα ανοικοδομήσουμε / θα ανοικοδομούμεθα ανοικοδομήσετε / θα ανοικοδομείτεθα ανοικοδομήσουν / θα ανοικοδομήσουνε / θα ανοικοδομούν / θα ανοικοδομούνε
Παρακείμενοςέχω ανοικοδομήσειέχεις ανοικοδομήσειέχει ανοικοδομήσειέχουμε ανοικοδομήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ανοικοδομήσειείχες ανοικοδομήσειείχε ανοικοδομήσειείχαμε ανοικοδομήσει——
Υποτακτικήνα έχω ανοικοδομήσει / να ανοικοδομήσω / να ανοικοδομώνα έχεις ανοικοδομήσει / να ανοικοδομήσεις / να ανοικοδομείςνα έχει ανοικοδομήσει / να ανοικοδομήσει / να ανοικοδομείνα έχουμε ανοικοδομήσει / να ανοικοδομήσουμε / να ανοικοδομούμενα ανοικοδομήσετε / να ανοικοδομείτενα ανοικοδομήσουν / να ανοικοδομήσουνε / να ανοικοδομούν / να ανοικοδομούνε
Προστακτική—ανοικοδόμησε——ανοικοδομήστε / ανοικοδομείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ανοικοδομήθηκαανοικοδομούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →