Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακυρτώνω

ρήμα
•
  1. λόγιοκυρτώνω εκ νέου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανακυρτώνω < ανα- + κυρτώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανακυρτώνωανακυρτώνειςανακυρτώνειανακυρτώνουμεανακυρτώνετεανακυρτώνουν / ανακυρτώνουνε
Παρατατικόςανακύρτωναανακύρτωνεςανακύρτωνεανακυρτώναμεανακυρτώνατεανακυρτώναν / ανακυρτώνανε / ανακύρτωναν
Αόριστοςανακύρτωσαανακύρτωσεςανακύρτωσεανακυρτώσαμεανακυρτώσατεανακυρτώσαν / ανακυρτώσανε / ανακύρτωσαν
Μέλλονταςθα ανακυρτώνω / θα ανακυρτώσωθα ανακυρτώνεις / θα ανακυρτώσειςθα ανακυρτώνει / θα ανακυρτώσειθα ανακυρτώνουμε / θα ανακυρτώσουμεθα ανακυρτώνετε / θα ανακυρτώσετεθα ανακυρτώνουν / θα ανακυρτώνουνε / θα ανακυρτώσουν / θα ανακυρτώσουνε
Παρακείμενοςέχω ανακυρτώσειέχεις ανακυρτώσειέχει ανακυρτώσειέχουμε ανακυρτώσειέχετε ανακυρτώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ανακυρτώσειείχες ανακυρτώσειείχε ανακυρτώσειείχαμε ανακυρτώσει——
Υποτακτικήνα έχω ανακυρτώσει / να ανακυρτώνω / να ανακυρτώσωνα έχεις ανακυρτώσει / να ανακυρτώνεις / να ανακυρτώσειςνα έχει ανακυρτώσει / να ανακυρτώνει / να ανακυρτώσεινα έχουμε ανακυρτώσει / να ανακυρτώνουμε / να ανακυρτώσουμενα έχετε ανακυρτώσει / να ανακυρτώνετε / να ανακυρτώσετενα ανακυρτώνουν / να ανακυρτώνουνε / να ανακυρτώσουν / να ανακυρτώσουνε
Προστακτική—ανακύρτωνε / ανακύρτωσε——ανακυρτώνετε / ανακυρτώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →