ανακύρτωση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανακυρτώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακύρτωση < ανακυρτώνω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακύρτωση | ανακυρτώσεις |
| Γενική | ανακύρτωσης | ανακυρτώσεων |
| Αιτιατική | ανακύρτωση | ανακυρτώσεις |
| Κλητική | ανακύρτωση | ανακυρτώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →